Δρ. Παρή Ράπτη – Οι διαταραχές του θυρεοειδή και τα εμφανή συμπτώματα – Οι 4 βασικές εξετάσεις

Δρ. Παρή Ράπτη - Οι διαταραχές του θυρεοειδή και τα εμφανή συμπτώματα

Δρ. Παρή Ράπτη – Οι διαταραχές του θυρεοειδή και τα εμφανή συμπτώματα – Οι 4 βασικές εξετάσεις

O Θυρεοειδής πρόκειται για έναν ενδοκρινή αδένα, συμπαγή αποτελούμενο από δυο λοβούς οι οποίοι ενώνονται στο κάτω τμήμα τους με τον Ισθμό. Μερικές φόρες υπάρχει και μια μικρή προσεκβολή που ονομάζεται, πυραμοειδης λοβός. Το βάρος του αδενα ανέρχεται στα 20-30 γραμμάρια.

Τοποθετημένος στο κάτω τμήμα του τραχήλου, μπροστά από τους πρώτους κρικοειδείς χόνδρους της τραχείας.Παράγει δυο δραστικές ορμόνες την θυροξίνη Τ4 και την τριωδοθυρονινη Τ3 οι οποίες έχουν πολλαπλές και σημαντικές δράσεις στον οργανισμό. Επίσης στον θυρεοειδή από τα παραθυλακιώδη κύτταρα παράγεται και η καλσιτονίνη η οποία ρυθμίζει το επίπεδο του ασβεστίου στο αίμα.

Η φυσιολογική σύνθεση και ο ρυθμός παραγωγής των θυρεοειδικών ορμονών, εξαρτάται:

α) από την βασική πρώτη ύλη, το ιώδιο.

β)από θυρεοειδικα ένζυμα και συστήματά υπεύθυνα για την σύνθεση τους.

γ)από την υποφυσιακηTSH (θυρεοτρόπος ορμόνη) που διαμέσου της κυκλοφορίας του αίματος, διεγείρει την ορμονική παραγωγή των θυρεοειδικων ορμονών. Η έκκριση της TSH, ρυθμίζεται από την υποθάλαμικη TRH.

δ) τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών, που κυκλοφορούν στο αίμα όμως έχουν μια παλίνδρομη δράση στην υποφυσιακή TSH. Και σχεδόν αυτορυθμίζονται(feedback).
Στην ουσία υπάρχει ένα λειτουργικό κύκλωμα που η εύρυθμη λειτουργία του απαιτεί την σωστή λειτουργία όλων των επιμέρους τμημάτων.

Ιώδιο: Για την καθημερινή σύνθεση και έκκριση φυσιολογικών ποσών των θυρεοειδικών ορμονών είναι απαραίτητες επαρκείς ποσότητες ιωδίου οι οποίες προσλαμβάνονται από τις τροφές και το νερό.
Η λήψη 100-500mg την ημέρα, είναι επαρκής για τις ανάγκες του αδένα.

Τροφές πλούσιες σε ιώδιο είναι: γαρίδες, αστακοί, ψάρια, αυγά, τυροκομικά, αγελαδινό γάλα.

Η βιολογική σημασία των θυρεοειδικών ορμονών είναι μεγάλη. Σχεδόν δεν υπάρχουν κύτταρα στον οργανισμό που να μην επηρεάζονται άμεσα η έμμεσα από τις θυρεοειδικές ορμόνες.
Ο θυρεοειδής μπορεί να εμφανίσει διαφορετικών τύπων διαταραχές, λειτουργικές οπως Υπερθυρεοειδισμος και Υποθυρεοειδισμος, μορφολογικές οπως όζοι ή Ca και μεικτές λειτουργικές και μορφολογικές μαζί οπως η θυροειδιτιδα Hashimoto.

Ενδεικτικά αναφέρουμε:

ΥΠΕΡΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΣ
Στην τυπική του μορφή χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα έντονα και εμφανή συμπτώματα. Ο γιατρός μπορεί συχνά να αντιληφθεί ότι βρίσκεται μπροστά σε ασθενή που πάσχει από υπερθυρεοειδισμό μόνο και μόνο από την συμπεριφορά του. Είναι ευερέθιστος, υπερκινητικός, νευρικός και ευσυγκίνητος. Μιλάει έντονα και αλλάζει γρήγορα θέμα συζήτησης. Συχνά παθαίνει κρίσεις πανικού ή ξεσπά σε λυγμούς χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Έχει μειωμένη μνήμη και αδυναμία αυτοσυγκέντρωσης, ενώ υποφέρει από αϋπνίες και δεν αντέχει τη ζέστη. Στην παραμικρή προσπάθεια έχει έντονη εφίδρωση και το δέρμα του είναι σχεδόν πάντα ζεστό και υγρό.

Άλλα χαρακτηριστικά συμπτώματα της πάθησης είναι ότι τα μαλλιά λεπταίνουν και αραιώνουν, ενώ τα άκρα των χεριών όταν βρίσκονται σε υπερέκταση έχουν ένα ελαφρύ τρέμουλο. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί αύξηση των καρδιακών παλμών, δύσπνοια και αρρυθμίες και στο επίπεδο των ματιών εξόφθαλμο.
Η φυσική κατάσταση του ασθενούς λοιπόν είναι αρκετά χαρακτηριστική, και αν προσθέσουμε και το γεγονός ότι η ασθένεια συχνά συνοδεύεται από απώλεια βάρους – αρκετά κιλά μέσα σε λίγες εβδομάδες ή μήνες παρά την κανονική ή και αυξημένη λήψη τροφής – η διάγνωση για τον ενδοκρινολόγο είναι αρκετά εύκολη. Πέρα όμως από την κλινική εικόνα, ο γιατρός έχει στην διάθεσή του πολλές εργαστηριακές εξετάσεις για την τεκμηρίωση της θυρεοειδοπάθειας.

Οι θεραπευτικές δυνατότητες στην περίπτωση του υπερθυρεοειδισμού είναι τρεις: η φαρμακευτική χορήγηση δισκίων που αναστέλλουν τη σύνθεση των ορμονών του θυρεοειδούς, η χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου και η χειρουργική επέμβαση. Η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας είναι εξατομικευμένη υπόθεση και εξαρτάται από την ηλικία της ασθενούς, το μέγεθος του θυρεοειδούς, τη συχνότητα των υποτροπών της νόσου κ.λ.

‘Αλλες διαταραχές της θυρεοειδικης λειτουργίας, μπορεί να εμφανιστούν με άτυπη συμπτωματολογία.
Εάν λοιπόν: έχετε οίδημα προσώπου ή σώματος, ελαφρά αύξηση του σωματικού βάρους χωρίς αλλαγή της ποσότητας του φαγητού, πνευματική κόπωση και μια ανεξήγητη κούραση; Μήπως έχετε δυσανεξία στο ψύχος; Αν ναι, ενδέχεται να πάσχετε από υποθυρεοειδισμό, o οποίος συχνά αναπτύσσεται με ήπιο τρόπο και σταδιακά.

Όπως εξηγεί η ενδοκρινολόγος Παρή Ράπτη, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μιλάνου, ο υποθυρεοειδισμός είναι μία από τις λειτουργικές δυσλειτουργίες του θυρεοειδούς αδένα και τα συμπτώματά του μπορεί να είναι αρκετά ήπια και άτυπα κατά την έναρξή τους. «Οι πρώτες εκδηλώσεις της νόσου μπορεί να είναι η καταβολή των δυνάμεων και εύκολη κόπωση, οποία αρχικά δεν είναι έντονη», λέει. «Ο ασθενής μπορεί επίσης να παρουσιάζει σημαντική δυσανεξία στο κρύο, μέτρια αύξηση του σωματικού βάρους χωρίς αντίστοιχη αύξηση της κατανάλωσης τροφής και οίδημα προσώπου και σώματος».

Και συνεχίζει: «Τα πιο συχνά συμπτώματα και σημεία του πρωτοπαθούς υποθυρεοειδισμού, επειδή μπορεί να εμφανιστούν εντελώς αθόρυβα και ήπια (άτυπα) μπορεί να μας παραπέμπουν σε άλλα νοσήματα και όχι στη θυρεοειδική δυσλειτουργία. Έτσι, η διαφορική διάγνωση μπορεί να αποτελέσει πρωταρχικό μέλημα και προκειμένου να αποκλειστούν άλλα νοσήματα μπορεί να είναι απαραίτητη.

Αρχικό σύμπτωμα μπορεί να αποτελέσει η αλλαγή έκφρασης του προσώπου: γίνεται «σκυθρωπό», με μειωμένη μιμική, με ελαφρύ διάχυτο οίδημα, χαρακτηριστικό χρώμα και ελαφρύ οίδημα βλεφάρων γύρω από τις κόγχες που μπορεί να συνοδεύεται από πτώση των βλεφάρων.

Ο ασθενής μπορεί επίσης να παρουσιάζει τριχόπτωση, η οποία μπορεί να αφορά όλο το σώμα, ακόμα και τις άκρες των φρυδιών. Επιπλέον, το δέρμα εμφανίζεται τραχύ, ξηρό, οιδηματώδες, με ελαφρά απολέπιση, κατά την Δρ. Ράπτη.

Ελαφρά αύξηση του σωματικού βάρους είναι ένα άλλο σύμπτωμα, ενώ χαρακτηριστική είναι η δυσανεξία στο ψύχος αλλά και η λέξη «βραδύς» ως συνθετικό πολλών λειτουργιών: βραδυφωνία, βραδυκαρδία, βραδύνοια, βραδυψυχισμός (βραδύς ο λόγος, βραδύς ο σφυγμός κ.λπ.). Σε ψυχολογικό επίπεδο, εξάλλου, παρατηρείται κατάθλιψη και σύγχυση, έλλειψη συγκέντρωσης και αποπροσανατολισμός που στα ηλικιωμένα άτομα μπορεί να φθάσει έως την άνοια.

«Μπορεί να παρατηρηθεί αλλαγή του θυμικού με όλες τις πιθανές αποχρώσεις. Αλλαγή του χρώματος του δέρματος με εμφανή απόχρωση, λόγω κοροτιναιμίας, κυρίως στις παλάμες και τα πέλματα, αλλαγές στη γλώσσα (παχιά)», λέει η Δρ. Ράπτη.

Άλλα χαρακτηριστικά συμπτώματα που μπορεί να εμφανιστούν είναι η έντονη δυσκοιλιότητα, το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα και το οίδημα στον αστράγαλο.
Τα αντανακλαστικά εμφανίζονται με έντονη σύσπαση και βραδύτητα στο χρόνο χαλάρωσης, ενώ εμφανίζονται επίσης διαταραχή της εμμήνου ρύσεως (κυρίως μηνορραγίες), υποθερμία και αναιμία εξαιτίας της μεγάλης ποσότητας απώλειας αίματος κατά τον έμμηνο κύκλο.
Λόγω της μηνορραγίας μπορεί αν εμφανισθεί υπόχρωμη αναιμία καθώς και άλλου τύπου αναιμία, όπως, σε σπάνιες περιπτώσεις, παρατηρείται μακροκυτταρική αναιμία, λόγω ελάττωσης της απορρόφησης της βιταμίνης Β12.

Τι είναι ο υποθυρεοειδισμός

Ο θυρεοειδής είναι ένας αδένας ο οποίος βρίσκεται στη βάση του λαιμού. Έχει σχήμα πεταλούδας, με τους δύο λοβούς να αποτελούν τα «φτερά» και να ενώνονται με τον ισθμό του θυρεοειδούς. Ο θυρεοειδής παράγει δραστικές ορμόνες, δύο εκ των οποίων είναι η θυροξίνη (Τ4) και η τριωδιοθυρονίνη (Τ3).

Η Τ3 και η Τ4 έχουν πολλαπλές και σημαντικές δράσεις στον οργανισμό. Οι ποσότητές τους που απαιτούνται για την καλή λειτουργία του οργανισμού ελέγχονται από τον εγκέφαλο με τη βοήθεια της θυρεοτρόπου ορμόνης (TSH), που παράγεται από την υπόφυση, έναν μικρό αδένα που βρίσκεται στη βάση του εγκεφάλου. Μόλις μειωθούν τα επίπεδα των ορμονών Τ3, Τ4 στο αίμα, ο θυρεοειδής δέχεται την εντολή να αυξήσει την παραγωγή τους μέσω της TSH και το αντίστροφο.

Η δυσλειτουργία του θυρεοειδή διαταράσσει αυτή την υπέροχη ισορροπία και ο οργανισμός εκδηλώνει ποικίλα συμπτώματα.

«Για να αντιμετωπισθούν τα συμπτώματα, μια λύση υπάρχει: η αποκατάσταση της ορμονικής ισορροπίας», λέει η Δρ. Ράπτη. «Για να συμβεί αυτό, πρέπει πρώτα να τεθεί η διάγνωση του υποθυρεοειδισμού. Αυτή επιτυγχάνεται κατ’ αρχάς με μέτρηση στο αίμα των επιπέδων των ορμονών Τ3, Τ4 και TSH. Η χαμηλή T4 ή T3 και η υψηλή TSH είναι χαρακτηριστικό εύρημα σε περίπτωση πρωτοπαθούς υποθυρεοειδισμού που είναι και ο συχνότερος. Η TSH είναι συνήθως ο πρώτος δείκτης διάγνωσης υποθυρεοειδισμού που ανευρίσκεται εκτός φυσιολογικών ορίων, στους περισσότερους ασθενείς που γίνονται υποθυρεοειδικοί».

Επίσης απαραίτητος ο υπέρηχος με αιμάτωση Doppler για ολοκληρωμένη διάγνωση και άλλες εργαστηριακές εξετάσεις και πριν από όλα κλινικός έλεγχος.
Όταν οι ασθενείς εμφανίζονται ως υποθυρεοειδικοί, ζητούνται εξετάσεις για αντισώματα θυρεοειδούς, καθώς και υπερηχογράφημα θυρεοειδούς με αιμάτωση ώστε να διερευνηθεί και η αιτία του υποθυρεοειδισμού. Όταν τεθεί η διάγνωση, χορηγείται θεραπεία, που συνήθως είναι ορμονική με συνθετική θυροξίνη, κατά την Δρ. Ράπτη.

Οι αιτίες

Πού οφείλεται, όμως, ο υποθυρεοειδισμός; «Ο θυρεοειδής μπορεί να παρουσιάζει μειωμένη λειτουργία εξαιτίας χρόνιων φλεγμονωδών διαταραχών, όπως η χρόνια αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα (ή θυρεοειδίτιδα Hashimoto), η οποία αποτελεί μία από τις συχνότερες αιτίες του», απαντά η ειδικός.

Όταν ο ασθενής έχει θυρεοειδίτιδα Hashimoto στο αίμα του ανευρίσκονται συχνά υψηλά επίπεδα θυρεοειδικών αντισωμάτων. Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto είναι συχνή αιτία υποθυρεοειδισμού σε παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας και σε νεαρούς ενήλικες.

Στο παρελθόν, πολλές περιπτώσεις υποθυρεοειδισμού προέκυπταν από προηγούμενη θυρεοειδεκτομή (χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς), επειδή η εγχείρηση ήταν η πιο συχνή μέθοδος αντιμετώπισης των προβλημάτων του αδένα. Σήμερα, όμως, παρατηρούνται περισσότερες περιπτώσεις οφειλόμενες σε προηγούμενες θεραπείες με ραδιενεργό ιώδιο, παρά σε χειρουργεία. Πολλά περιστατικά, εξάλλου, οφείλονται σε οικογενειακό ιστορικό ή κληρονομικότητα, καθώς πάνω από το 50% των υποθυρεοειδικών ασθενών έχουν συγγενείς με ιστορικό θυρεοειδικών παθήσεων ή βρογχοκήλης.

Επιπλέον, «οι νέες τεχνολογίας διαγνωστικές εξετάσεις εντοπίζουν περιπτώσεις λανθάνοντος υποθυρεοειδισμού, οι οποίες δεν ανευρίσκονταν στις εξετάσεις παλαιάς τεχνολογίας καθώς δεν είχαν τη δυνατότητα να εντοπίσουν μικρού βαθμού υπολειτουργία», προσθέτει η Δρ. Ράπτη.

Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις συγγενούς (εκ γενετής) υποθυρεοειδισμού. Υπολογίζεται ότι περίπου 1 στα 4.500 παιδιά γεννιούνται με υπολειτουργία του θυρεοειδούς. Εάν η νόσος δεν εντοπιστεί αμέσως μετά τη γέννηση, ώστε να αρχίσει αμέσως η θεραπεία, τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν νοητική υστέρηση. Γι’ αυτό τον λόγο στις περισσότερες προηγμένες χώρες γίνεται σε όλα τα νεογέννητα έλεγχος για υποθυρεοειδισμό.

Στις αρχές του περασμένου αιώνα συχνή αιτία υποθυρεοειδισμού ήταν η έλλειψη ιωδίου στο υπέδαφος και κατά συνέχεια στο νερό. Σήμερα, όμως, δεν παρατηρείται πλέον στις περισσότερες χώρες της Δύσης, λόγω του εμπλουτισμού του αλατιού με ιώδιο και λόγω της χρήσης του ιωδίου ως συντηρητικού σε πολλά τρόφιμα.

«Ορισμένα φάρμακα όπως το λίθιο, η αμιοδαρόνη, τα φύκια ή αντιθυρεοειδικά χάπια επίσης μπορεί να προκαλέσουν υποθυρεοειδισμό. Τέλος, ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε ακτινοβολία για τη νόσο Hodgkin’s ή για καρκίνο στη γλώσσα, συχνά εμφανίζουν υποθυρεοειδισμό μερικούς μήνες ή μερικά χρόνια μετά τη θεραπεία», λέει η Δρ. Ράπτη. «Τέλος, η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ιωδίου που ανευρίσκονται σε βιταμίνες, σιρόπια για το βήχα ή σκιαγραφικά που χρησιμοποιούνται στους ακτινολογικούς ελέγχους, επίσης μπορεί να προκαλέσουν υποθυρεοειδισμό».

Το πιο σημαντικό που πρέπει να γνωρίζουν οι ασθενείς είναι πως όταν παρουσιαστεί αυτού του είδους η δυσλειτουργία (υπολειτουργία) του θυρεοειδούς είναι μάλλον απίθανο να επανέλθει σε φυσιολογική λειτουργία, επομένως οι ασθενείς που αρχίζουν ορμονική υποκατάσταση, μπορεί να χρειαστεί να την συνεχίσουν δια βίου.
Όζοι, είναι σχηματισμοί διαφορετικών διαστάσεων και υφής, συνήθως περιγεγραμμένοι κάποιες φορές με ασαφή όρια, ελαστικοί υπόσκληροι ή και κυστικοί, μονήρης η πολλαπλοί, βρίσκονται εντός του παρεγχύματος του θυρεοειδούς συνήθως καλοήθους μορφολογίας.
Ανάλογα με τις διαστάσεις και την υφή άλλοτε είναι ψηλαφητοί άλλοτε όχι.
Ο εντοπισμός και η λεπτομερής απεικόνισης των διαστάσεων, της ηχογένειας ,της αιμάτωσης ,του αριθμού ,μέσω του υπερηχογραφικού ελέγχου είναι καθοριστικοί για την διαφορική διάγνωση και την αντιμετώπιση τους.

Οι 4 βασικές εξετάσεις:

– Η ψηλάφηση: Ο γιατρός εξετάζει το λαιμό του ασθενούς. Αν ο θυρεοειδής είναι φυσιολογικός, δεν μπορεί να τον ανιχνεύσει. Ο αδένας γίνεται αντιληπτός κυρίως όταν καταπίνουμε.

– Ο ορμονικός προσδιορισμός: Πρόκειται για μια εξέταση αίματος που μετρά τις θυρεοειδικές ορμόνες Τ3, Τ4 και TSH και τα ελεύθερα κλάσματά τους, θυρεοσφαιρίνη, καλσιτονίνη και αντιθυρεοειδικά αντισώματα κλπ.

Διάγνωση θυρεοειδικών παθολογιών με απεικονιστικές μεθόδους.
Το υπερηχογράφημα θυρεοειδούς προσφέρει πληροφορίες πολύ πιο ακριβείς και για την μορφολογία αλλά ακόμα και για την λειτουργία του αδένα.
Οι ενδείξεις της πραγματοποίησης της υπερηχογραφιας είναι:
1.    Η ανάδειξη διαταραχής στην θυρεοειδική λειτουργία (υπέρθυρεοειδισμός ή υποθυρεοειδισμός).
2.    Ο εντοπισμός ψηλαφητής μάζας στην περιοχή.

Η υπερηχογραφία επιτρέπει την μέτρηση των διαστάσεων του θυρεοειδούς καθώς και την μάζα του.

Λήψη πληροφοριών της μορφολογίας του, πληροφορίες για ύπαρξη πιθανής θυροειδίτιδος

Μελέτη της αιμάτωσης του αδένα λαμβάνοντας έτσι πληροφορίες για την λειτουργικότητα και την μεταβολική λειτουργία ,διαμέσου της χρήσης τεχνικής doppler.

Καταγραφή πιθανών οζιδίων. Μέτρηση των διαστάσεων και περιγραφή άλλων χαρακτηριστικών τους. Εκτίμηση για περαιτέρω διερεύνησης ,του διαμέσου λεπτής βελόνας και κυτταρολογικής εξέτασης.

Διερεύνηση για ύπαρξη διόγκωσης λεμφαδένων καθώς και επαναληπτική παρακολούθηση και αξιολόγηση του θυρεοειδούς. Τις περισσότερες φορές οι όζοι του θυρεοειδούς δεν προκαλούν καμία ενόχληση απλά εντοπίζονται τυχαία μετά από επίσκεψη στα πλαίσια ενός ιατρικού ελέγχου ρουτίνας ή αποτελούν τυχαίο ή άλλο απεικονιστικό εύρημα που πραγματοποιείται για άλλους λόγους.

Το πρώτο στάδιο διερεύνησης είναι ο καθορισμός της καλοήθους ή μη φύσεως τους και μετά η επιλογή τρόπου αντιμετώπισης.

-Το Υπερηχογράφημα: Δίνει στοιχεία για την χειρουργική εξαίρεση ή την απλή παρακολούθηση ή θεραπεία του/των όζων.
Ο συνδυασμός των πληροφοριών από το υπερηχογράφημα, συχνά με Doppler (αιμάτωση) του ορμονικού προσδιορισμού και κάποιων εξειδικευμένων εξετάσεων FNA όταν χρειαστεί,  δίνουν αρκετά ασφαλή συμπεράσματα για την φύση και την αντιμετώπιση τους.

– Το σπινθηρογράφημα: Πρόκειται για απεικονιστική μέθοδο που δίνει πληροφορίες για την λειτουργικότητα του θυρεοειδούς. Π.χ. υπερθυρεοειδισμός, υποθυρεοειδισμός, τοξικό αδένωμα.
Μπορεί επίσης να χρειαστεί παρακέντηση με λεπτή βελόνα, εύκολη και ανώδυνη εξέταση, που μας προσδιορίζει τα χαρακτηριστικά των κυττάρων.

πηγή